Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Εισήγηση του σ. Α. Βογιατζόγλου στην εκδήλωση της Λαϊκής Αντίστασης-ΑΑΣ για τις εξελίξεις μετά τις αμερικανικές εκλογές (Πολυτεχνείο 16/11/2016)

Θεωρήσαμε, σαν Λαϊκή Αντίσταση, ότι αξίζει τον κόπο να κάνουμε μια πρώτη συζήτηση για ένα γεγονός που όλοι παραδέχονται ότι έχει και θα έχει μεγάλες επιπτώσεις, μεγάλες συνέπειες, όχι μόνο για τη χώρα μας αλλά για όλο τον πλανήτη. Και είναι αυτά τα οποία σηματοδοτούν και αυτά τα οποία τροχιοδρομούνται μέσα από την εκλογή του Τραμπ. Και για την οποία δεν έχει καμία σημασία πια να συζητάμε, τουλάχιστον όπως το βλέπω εγώ, αν το είχαμε προβλέψει ή δεν το είχαμε προβλέψει, αν το είχαμε «μυριστεί» ή αν δεν το είχαμε «μυριστεί».
Αυτό το οποίο αξίζει να καταθέσω είναι ότι απ’ ό,τι φαινόταν και φάνηκε καλά με το εκλογικό αποτέλεσμα, τα επιτελεία της αμερικάνικης υπερδύναμης φαίνεται ότι δεν είναι και πολύ ικανοποιημένα, έως καθόλου ικανοποιημένα, για τα αποτελέσματα τα οποία είχε η πολιτική τους τα τελευταία τουλάχιστον οκτώ χρόνια, για να μην πάω παραπέρα. Δηλαδή, ο απολογισμός που αυτά τα κέντρα κάνουνε, πρέπει να είναι ένας απολογισμός που έχει αρνητικό πρόσημο σε σχέση με τις πάγιες, αλλά και ειδικότερες, επιδιώξεις στρατηγικής και τακτικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού όλα αυτά τα χρόνια. Και αν είχαμε χρόνο να «σκαλίσουμε» λίγο τα πράγματα θα μπορούσαμε να δούμε καλύτερα αυτόν τον απολογισμό, τον αρνητικό, που κάνει η αμερικάνικη υπερδύναμη, και μπορεί και εκ του αποτελέσματος να το καταλάβουμε. Δηλαδή δεν βγαίνει στο κεφάλι της ατμομηχανής του πλανήτη αυτή η πολιτική λύση (με στοιχεία όχι απλά αλλαγής και διαφοροποίησης, αλλά και με στοιχεία ανατροπής -ενδεχομένως- σε κάποιες πλευρές της «κλασικής» αμερικάνικης πολιτικής), εάν δεν υπήρχανε πολύ μεγάλα ζόρια, πολύ μεγάλες αντιθέσεις και πολλά αδιέξοδα στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Δηλαδή, η εκλογή Τραμπ σηματοδοτεί σίγουρα μια παραδοχή επίσημη από τα κέντρα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ότι η αμερικάνικη υπερδύναμη έχει υποχωρήσει σαφώς τα τελευταία χρόνια σε σχέση με την κραταιά θέση που είχε (ή που φαινόταν ότι είχε) μετά τις ανατροπές του ’89-90. Όπου φαινόταν ότι -επειδή κανένας πλέον δεν την αμφισβητούσε σ’ αυτό το επίπεδο, το στρατηγικό (έτσι τουλάχιστον πίστευαν)- θα πήγαινε το πράγμα όπως ακριβώς ήθελε και όπως ακριβώς επεδίωκε η αμερικάνικη υπερδύναμη. Και, χοντρικά, αυτό το οποίο ο Τραμπ έλεγε, «να κάνουμε την Αμερική ξανά δυνατή», δεν θα πρέπει να το βλέπουμε σαν ένα σλόγκαν χωρίς να του δίνουμε καμία σημασία. Ανεξάρτητα αν θα καταφέρει να το κάνει, το ότι ένα μέρος της εκστρατείας του, το μεγαλύτερο, το στήριξε πάνω σ’ αυτό, σημαίνει ακριβώς ότι οι απολογισμοί τους και τα «ταμεία» που έχουν κάνει είναι έτσι όπως τα χαρακτήρισα, αρνητικά. Και μάλιστα, η λύση Τραμπ, ανεξάρτητα του πώς παρουσιάστηκε, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου δεν είναι μια επιλογή που έγινε ερήμην βασικών μερίδων του κατεστημένου. Αυτό θέλω να το ξεκαθαρίσω εξαρχής, τουλάχιστον όσον μας αφορά. Δηλαδή, δεν αναδεικνύεται στη θέση του προέδρου της αμερικάνικης υπερδύναμης, όσο και να έχει υποχωρήσει σχετικά, μια λύση την οποία επέβαλε ο λαός (ποιος λαός, αλήθεια;) ο αγανακτισμένος, ο οργισμένος, ο πληγωμένος. Όχι γιατί αποκλείεται, αλλά δεν το βλέπουμε. Είναι άλλο θέμα αν αξιοποίησε, και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μια αγανάκτηση και μια οργή των αμερικάνικων μεσοστρωμάτων, των -κατά κάποιον τρόπο- θιγμένων. Όπως είναι θιγμένα τα μεσοστρώματα παγκοσμίως μετά την κρίση. Δεν είναι μόνο αμερικάνικο, δηλαδή, σύμπτωμα αυτό που έχει συμβεί με τα μεσοστρώματα. Βέβαια στην Αμερική κοστίζει περισσότερο. Ανεξάρτητα, λοιπόν, αν εκμεταλλεύτηκε ο Τραμπ την αγανάκτηση και την οργή αυτών των τμημάτων και πάτησε πάνω σ’ αυτό, δε σημαίνει ότι πρέπει να χρεώσουμε σ’ αυτά την εκλογή του Τραμπ. Η εκλογή του Τραμπ είναι μια επιλογή που σπρώχτηκε, επίμονα και για αρκετό διάστημα, από βασικά κέντρα εξουσίας του συστήματος, χωρίς να μπαίνουμε τώρα σε λεπτομέρειες γι’ αυτούς τους διαχωρισμούς που ακούμε ότι γίνονται, ότι δηλαδή πίσω απ’ τη Χίλαρι ήταν τα τάδε κέντρα και πίσω απ’ τον Τραμπ ήτανε άλλα κέντρα κ.λπ. Πάντως, συνοπτικά, η επιλογή Τραμπ απηχεί προσπάθεια διαμόρφωσης μιας καινούριας -εντός ή εκτός εισαγωγικών- ηγετικής πολιτικής ομάδας στην Αμερική, η οποία να ανταποκρίνεται σε αυτό που θέλει να προσπαθήσει, να επιδιώξει και να «τρέξει» ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός παγκοσμίως, αλλά και στο εσωτερικό του.

Είπα για μια καινούρια πολιτική ομάδα και δεν θέλω να παρεξηγηθώ. Καταρχάς, αυτή η ομάδα τώρα διαμορφώνεται, γι’ αυτό και δεν έχει ανοίξει ακόμα όλα της τα χαρτιά, και γι’ αυτό μπορεί κάποια απ’ αυτά που είπε να τα αναθεωρήσει. Αυτό το κέντρο που φτιάχνεται τώρα, είναι ένα κέντρο υπό διαμόρφωση, ένα κέντρο βασικά υπό στρατολόγηση, και το οποίο σαφώς και δεν είναι δημοκρατικό. Έχει μεγάλες διαφορές από τους λεγόμενους δημοκράτες. Φαίνεται όμως ότι έχει διαφοροποιήσεις και απ’ αυτό που ξέρουμε ως κλασικό ρεπουμπλικάνικο κόμμα. Έχει στοιχεία καινούρια και σε σχέση με τους ρεπουμπλικάνους. Γιατί ακριβώς η αμιγής πολιτική των ρεπουμπλικάνων τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και η αμιγής πολιτική των δημοκρατικών (αν μπορούμε να μιλάμε για αμιγείς), δεν φαίνεται να έβγαλε τα αποτελέσματα τα οποία ήθελαν. Δηλαδή, ο αρνητικός απολογισμός αγγίζει το σύνολο της πολιτικής που είχε ακολουθηθεί. Άρα, είναι λογικό να επιδιώκεται να διαμορφωθεί μια καινούρια πολιτική ηγετική ομάδα η οποία να μπορέσει να προχωρήσει σε αυτά τα οποία επιδιώκουν και επεδίωκαν.

Μ’ αυτή την έννοια, καινούρια μεν, αλλά θα είναι λάθος να νομίζουμε ότι έχει μια διαφορετική στρατηγική. Δηλαδή, αυτά που ακούγονται ότι η καινούρια στρατηγική που θα έχει αυτή η ηγεσία θα είναι μία στρατηγική «απομονωτισμού», πέρα απ’ το ότι τα έχουμε ακούσει και επί Μπους, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Δεν μπορείς να είσαι ιμπεριαλιστική δύναμη πρώτης γραμμής και να λες ότι θα απομονωθείς.

Η έννοια του ιμπεριαλισμού είναι σε πλήρη διάσταση με την έννοια του απομονωτισμού. Ο ιμπεριαλισμός είναι υποχρεωμένος να δικτυώνεται, να απλώνει. Και αυτή τη στιγμή, εκείνο το τρομακτικό «δίχτυ» που έχει φτιάξει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός σ’ όλο τον πλανήτη, είναι ένα «δίχτυ» που τον δεσμεύει, και δεν έχει καμία διάθεση -κι ας ερμηνεύονται οι δηλώσεις του Τραμπ όπως ερμηνεύονται- να παραιτηθεί απ’ αυτό το «δίχτυ». Βεβαίως, θα συμφωνήσω κι εγώ με τις διαπιστώσεις που κάνουνε πολλοί ότι αυτό το παγκόσμιο «δίχτυ», αυτό το πλέγμα, αυτά τα «πλοκάμια» που ξεκινούν από Πεντάγωνο, CIA, στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα και φτάνουνε μέχρι την τελευταία άκρη του πλανήτη, έχει πάρα πολύ μεγάλο κόστος. Βεβαίως. Έχει προκαλέσει αγκομαχητά και έχει υποχρεώσει την αμερικάνικη υπερδύναμη σε τακτικές αναδιπλώσεις και υποχωρήσεις. Σαφώς. Και ενδεχομένως να την υποχρεώνει και σε άλλες. Πολλά ακούγονται. Ουσιαστικά, όμως, αυτά όλα γίνονται για να μπορέσει η αμερικάνικη υπερδύναμη να ανασυνταχθεί, και όχι να αποκαταστήσει ξανά τα όποια στοιχεία του πλέγματος αυτού αδυνατίσουνε, αλλά για να το πάει και παραπέρα.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός όσα «μαθήματα» και να πάρει, εάν δε βρεθούν απέναντί του οι λαοί και το παγκόσμιο μέτωπο των λαών και η εργατική τάξη παγκόσμια να τον βάλουν στο περιθώριο της Ιστορίας, δε θα πάψει να ονειρεύεται την παγκόσμια κυριαρχία και ηγεμονία. Και με τον Τραμπ.

Γι’ αυτό, λοιπόν, από δω και πέρα, επειδή ίσως δεν το κάναμε προεκλογικά όπως έπρεπε, θα πρέπει να «ξύνουμε» κάτω από τις βαρύγδουπες δηλώσεις είτε περί «απομονωτισμού» είτε δεν ξέρω κι εγώ τι άλλες δηλώσεις ακούγονται και μπορούν να παρερμηνευθούν. Γιατί θα τα βρούμε μπροστά μας. Και θα πρέπει να είμαστε -όσο μπορούμε να είμαστε και με βάση και τα μεγέθη μας- προετοιμασμένοι σε σχέση μ’ αυτό που μας περιμένει. Διότι η λύση Τραμπ δεν θα είναι μια λύση πάρα πολύ δύσκολη μόνο -και πρώτα και κύρια- για τον αμερικάνικο λαό. Θα είναι μια λύση η οποία θα έρθει σε βάρος συνολικά των λαών του πλανήτη. Στην ίδια, βέβαια, ρότα και των προηγούμενων, αλλά με πλευρές που αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να τις προδικάσουμε, γιατί ακριβώς (και σωστά, κατά μια έννοια), επειδή αυτή η ηγετική ομάδα είναι στη διαμόρφωσή της, είναι λογικό να λένε ότι θα κινηθεί σε νερά, κατά κάποιο τρόπο (όπως τα λένε σε μια διατύπωση που έχουνε βρει) «αχαρτογράφητα». Το θέμα δεν είναι αν είναι αχαρτογράφητα τα νερά. Μπορεί και να είναι. Το θέμα είναι αν θα ’ναι ήρεμα ή αν θα ’ναι φουρτουνιασμένα. Γιατί μπορεί να είναι αχαρτογράφητα και ήρεμα, μπορεί να είναι αχαρτογράφητα και φουρτουνιασμένα. Λοιπόν, θα είναι σίγουρα φουρτουνιασμένα, και βεβαίως -σε κάποιες πλευρές- θα είναι ενδεχομένως και αχαρτογράφητα.

Γι’ αυτό έρχομαι σε πιο συγκεκριμένα πράγματα που ακουστήκανε σε σχέση μ’ αυτή την εκλογή και το τι σηματοδοτεί. Κατ’ αρχάς φαίνεται ότι στο εσωτερικό της Αμερικής, με βάση τις όποιες υποχωρήσεις έχει κάνει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και με βάση τα δυο μεγάλα σοκ που πέρασε (το 2001 με τους Δίδυμους, αλλά και με το σοκ που έχει περάσει το 2008, με το ότι εμφανίστηκε η κρίση μέσα στην ίδια την Αμερική) φαίνεται ότι οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί. Κι ας λέγαν’ αυτοί. Είναι ακόμα ενεργές. Και βεβαίως πρέπει στο εσωτερικό της Αμερικής όλο αυτό το πλέγμα των στρωμάτων, των μειονοτήτων, των εθνοτήτων κ.λπ. να περνάει πάρα πολύ άσχημα, να έχει περάσει πάρα πολύ άσχημα, και να εκτιμούν τα διάφορα κέντρα ότι θα περάσουν ακόμα πιο άσχημα. Διότι η Αμερική, για να περνάει καλά, πρέπει να μπορεί να ξεζουμίζει και να ξεζουμίζει και περισσότερο, για να μπορεί να στηρίξει και όλο το πλέγμα αυτό το παγκόσμιο, αλλά να μπορεί να στηρίζει και αυτό που έχει δημιουργήσει στο εσωτερικό της Αμερικής. Φαίνεται, λοιπόν, ότι έχουνε την εκτίμηση ότι τα στρώματα στην Αμερική τα πιο φτωχά, τα μεσαία ενδεχομένως, κ.λπ., θα περάσουνε ακόμα πιο δύσκολα, και γι’ αυτό το λόγο προετοιμάζεται ένα ολόκληρο πλαίσιο για να μπορέσει να αντιμετωπίσει, να προετοιμαστεί για ενδεχόμενες ανατροπές, ανακατατάξεις, εξεγέρσεις, εκρήξεις κ.λπ. οι οποίες θα έρθουνε και στην Αμερική, αν δεν έχουν έρθει. Δεν θέλω να κάνω τώρα μια τοποθέτηση για τις διαδηλώσεις που γίνονται, γιατί δε γνωρίζω και ακριβώς ποιοι έχουνε βάλει πολιτικά το χέρι τους και ποιοι έχουν βάλει την κάλυψή τους. Ούτε θεωρώ ότι οι διαδηλώσεις αυτές είναι, κατά κάποιο τρόπο, ενταγμένες σ’ αυτό το οποίο λέω. Περισσότερο είναι αντιδράσεις πολιτικού χαρακτήρα από τμήματα ενδεχομένως των Δημοκρατικών κλπ. Δεν ξέρω τώρα ακριβώς και δεν θέλω να τοποθετηθώ σ’ αυτό. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν είναι και λίγο πράγμα, μόλις βγήκε ο καινούργιος πρόεδρος, να έχει γίνει αυτό το «μπάχαλο» που έχει γίνει.

Το ερώτημα είναι το εξής: Αυτά που λέει ο Τραμπ μπορεί να τα κάνει στο εσωτερικό της Αμερικής; Δηλαδή, τι ουσιαστικά λέει; Λέει ο Τραμπ ότι εγώ έχω βγάλει αρνητικά συμπεράσματα που την πάθαμε το 2008, έχω γενικά απορρίψει τη λογική τού να περπατάμε με τη φούσκα, την παγκοσμιοποίηση που λένε κ.λπ., και θα κοιτάξω να πατάει το πράγμα πλέον στην πραγματική οικονομία.

Κοιτάξτε να δείτε, δεν είναι η πρώτη φορά που τα συζητάμε όλα αυτά. Τα συζητάγαμε, αν θυμόσαστε, και όταν γινόταν η «επέλαση» της παγκοσμιοποίησης. Τώρα έχουμε την αντιπαγκοσμιοποίηση, τότε είχαμε την επέλαση της παγκοσμιοποίησης. Και λέγαμε όλοι, όσοι τουλάχιστον είμαστε σ’ αυτή την αίθουσα, ας αφήσουμε την παγκοσμιοποίηση στην άκρη, έχουμε να κάνουμε με τον ιμπεριαλισμό, με τις τακτικές του, με τις αναδιπλώσεις του, αλλά και με τις πάγιες επιδιώξεις του. Και ότι ένας ιμπεριαλισμός θέλει να έχει πάντοτε ανοιχτά σύνορα από τους υπόλοιπους, ενώ τα δικά του να είναι κλειστά. Τώρα, βεβαίως, και η αντίφαση ανάμεσα στην πραγματική οικονομία και στη φούσκα είχε φέρει αυτά τα οποία είχε φέρει. Δεν μπορώ να κάνω και δεν θέλω να κάνω κάποιες προβλέψεις. Έχω όμως την εντύπωση ότι δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά να καταφέρει η καινούργια ηγεσία της Αμερικής να ανατρέψει και να αντιστρέψει όλο αυτό το πράγμα το οποίο οικοδομείται χρόνια και το οποίο είναι, αν θέλετε, και η πεμπτουσία σ’ αυτή τη φάση του καπιταλισμού· ότι μπορεί να το ανατρέψει έτσι εύκολα.

Ωστόσο, εμείς θα παρακολουθούμε την ιστορία όσο μπορούμε να την παρακολουθήσουμε, αλλά βεβαίως δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι είναι διαφορετικού χαρακτήρα. Έχει έναν χαρακτήρα, ουσιαστικά, να απαντήσει στις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που έχουνε ισχυροποιηθεί στο οικονομικό επίπεδο, προσπαθεί να δικαιολογήσει σε μια επόμενη φάση το ότι θα ζητήσει τα κεφάλαια να ’ρθούνε στην Αμερική. Αλλά αν ζητήσει τα κεφάλαια να έρθουν στην Αμερική και να κάνει πάλι το δολάριο ισχυρό, όπως καταλαβαίνετε, για να έχει βάση αυτό το πράγμα, πρέπει να έχει στοιχεία που να εμφανίζονται στην πραγματική οικονομία. Διότι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτό που θέλει με βάση τα όσα έχουν γίνει μέχρι τώρα. Γιατί το ’χουμε δει που έχει οδηγήσει: σ’ αυτή την κρίση της φούσκας, η οποία απειλεί ξανά ότι θα εκραγεί. Μ’ αυτή την έννοια, λοιπόν, εμείς έτσι αξιολογούμε χοντρικά αυτές τις πρώτες δηλώσεις σε σχέση με το θέμα της πραγματικής οικονομίας, όπως και όλη αυτή τη φασίζουσα -ή ανοιχτά φασιστική- νοοτροπία και λογική, την οποία βγάζει με τόση άνεση ο Τραμπ.

Δυστυχώς εδώ υπάρχουν όλοι αυτοί οι φόβοι ότι θα σηματοδοτήσει ενδεχομένως μια γενικότερη πολιτική στροφή σ’ όλον τον πλανήτη, στα διάφορα αστικά καθεστώτα, σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίον πλέον θα αντιμετωπίζουνε τους λαούς και τις αγωνίες, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους. Δεν λέω για τους λαούς που τους αντιμετωπίζουν ήδη με τις επεμβάσεις. Μιλάω για τους λαούς των υποτιθέμενων αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, οι οποίοι υποτίθεται ότι απολάμβαναν ορισμένα πράγματα που δεν απολάμβαναν οι λαοί της περιφέρειας.

Από κει και πέρα, βεβαίως, πρέπει να κάνουμε και μια εκτίμηση. Έχουνε βάση αυτά που λέγονται ότι η καινούργια αμερικάνικη πολιτική προσανατολίζεται στο να αντιμετωπίζει τη Ρωσία δεν ξέρω κι εγώ σαν πώς; Λοιπόν, η Ρωσία, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μας, θα παραμείνει -για όσο βλέπουμε μπροστά μας, δεν μπορούμε να κάνουμε και προβλέψεις διαρκείας- θα παραμείνει ο βασικός ανταγωνιστής της αμερικάνικης υπερδύναμης. Ο βασικός ανταγωνιστής. Αυτός ήταν η Ρωσία κι αυτός θα μείνει.

Δεν μπορεί, δηλαδή, να περάσουμε σε μια φάση όπου η ρώσικη υπερδύναμη θα γίνει συγκυρίαρχος με του Αμερικάνους και οι δυο τους, θάβοντας όλους τους υπόλοιπους, να αποκτήσουν συγκυριαρχία στον πλανήτη. Μπορεί αυτό να είναι όνειρο της νέας αστικής τάξης στη Ρωσία για δεκαετίες (η συγκυριαρχία με τους Αμερικάνους), όμως οι Αμερικάνοι σε καμία περίπτωση δεν καλύπτονται απ’ αυτό. Αυτή η εκτίμηση που κάνω αποκλείει κάποιες ανακωχές ταχτικού τύπου; Όχι δεν τις αποκλείει. Και πριν, που όλοι έλεγαν, που παραδέχονταν, ότι η Αμερική έχει σαν εχθρό τη Ρωσία και στοχεύει στην περικύκλωσή της (λες και τώρα θα σταματήσει!), βλέπαμε ότι μπορούσαν να γίνουν κάποιες ταχτικές συμφωνίες ή ταχτικές ανακωχές. Άρα, λοιπόν, δεν αποκλείουμε, δεν θέλουμε να προτρέξουμε σ’ αυτά τα πράγματα. Όμως πρέπει να δούμε ποια είναι η βασική πλευρά. Η βασική πλευρά είναι ότι η Ρωσία θα παραμείνει ο ανταγωνιστής.

Από κει και πέρα, είναι αλήθεια ότι στο ζήτημα των στρατηγικών συμμαχιών η αμερικάνικη υπερδύναμη έχει αντιμετωπίσει προβλήματα και δεν της έχουνε πάει τα πράγματα κατά πώς ήθελε. Είναι αλήθεια ότι η Ρωσία, εκεί που ξεκίνησε το ’90-91 να ’ναι «ενδοχώρα» για τη Δύση, άντε -μετά το 2000- το πολύ-πολύ να ’ναι «μια περιφερειακή δύναμη», ισχυρή κατά κάποιον τρόπο, κατέληξε να είναι σήμερα ένας ισχυροποιημένος ανταγωνιστής, ο οποίος βλέπετε με τι ένταση και με πόσο εμφατικό τρόπο παρεμβαίνει στις παγκόσμιες εξελίξεις και όχι μόνο στη Συρία.

Και βλέπετε, επίσης, ότι η Κίνα, που ήταν στα σχέδια του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού μια χώρα στην οποία ποντάριζε και θα ποντάριζε συνέχεια πολλά, αυτονομείται αρκετά σε σχέση με τις αμερικάνικες επιδιώξεις και κάνει μια σειρά κινήσεις, οι οποίες είναι, ας πούμε, σε άλλη κατεύθυνση από την κατεύθυνση την οποία λογάριαζε η αμερικάνικη υπερδύναμη. Ιδιαίτερα έτσι όπως επεξεργάστηκε την πολιτική της απέναντι στην Κίνα, και ιδιαίτερα του πώς διαφορετικά αντιμετώπιζε την Κίνα όλα αυτά τα χρόνια, σε σχέση με το πώς αντιμετώπιζε τη Ρωσία. Τελείως διαφορετική αντιμετώπιση. Ο ένας, η Κίνα, ήτανε προνομιούχος, κατά κάποιο τρόπο, στο κλαμπ της «παγκοσμιοποίησης», ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου την καλοδέχτηκε, ενώ με τη Ρωσία, ξέρουμε πολύ καλά ότι τα πράγματα ήταν τελείως, μα τελείως διαφορετικά.

Άρα, λοιπόν, το μεγάλωμα της απόστασης ανάμεσα στα μέσα και τους σκοπούς της αμερικάνικης υπερδύναμης, η ισχυροποίηση μιας σειράς ιμπεριαλιστών στο οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό πεδίο, οι απειλές ενός οικονομικού κραχ που δεν λένε να φύγουν από τον ορίζοντα και παραμένουν εκεί (και θα μπορούσα να αναφέρω και πάρα πολλά ακόμα) οδηγούν την αμερικάνικη υπερδύναμη σε σοβαρές προσπάθειες αναπροσαρμογών για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτές τις πραγματικότητες που, βεβαίως, σε μεγάλο βαθμό, τις έχει δημιουργήσει η ίδια. Η ίδια, με την απαίτησή της να γίνει ο πλανήτης ένας χώρος στον οποίο θα κυριαρχήσει μόνο αυτή. Πολιτική, η οποία της έχει γυρίσει, σ’ έναν βαθμό, μπούμερανγκ.

Από κει και πέρα, βεβαίως, βλέπουμε τους τριγμούς και στο θέμα της Ευρώπης, το Brexit, βλέπουμε τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γερμανία βασικά, για να μπορέσει να διατηρήσει όλο αυτό το οικοδόμημα. Ήρθανε και αυτές οι δύο «σφαλιάρες», οι τελευταίες, της Μολδαβίας και της Βουλγαρίας, οι οποίες δεν είναι λίγο πράγμα. Δηλαδή, μέσα σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει προβλήματα συνοχής και ενισχύονται τάσεις τέτοιες και αλλιώτικες, φυγόκεντρες κλπ, το να εμφανίζονται αυτά τα δύο κρούσματα (για τα οποία, από μια πλευρά μπορείς να πεις ότι δεν είναι και τίποτα), μέσα στο όλο πλέγμα, δημιουργούνε επίσης, σοβαρότατες ανησυχίες. Η στάση της Ιταλίας, επίσης, ενδεικτική και χαρακτηριστική της φάσης στην οποία μπαίνουμε.

Μ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, εκτιμάμε ότι αυτή εδώ η επιλογή, είναι επιλογή του κατεστημένου με τέτοια χαρακτηριστικά που αναφέραμε. Μια επιλογή η οποία δεν έχει σκοπό να αναιρέσει τα βασικά επιθετικά χαρακτηριστικά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αλλά να τα προσαρμόσει, να τα «λαδώσει». Ανεξάρτητα αν έχουμε σοβαρές επιφυλάξεις (αλλά θα το δείξει η Ιστορία) κατά πόσο θα καταφέρει να ’χει αποτελέσματα σ’ αυτήν εδώ την καινούρια της προσπάθεια.

Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι το μεγάλο πρόβλημα που έχει η αμερικάνικη υπερδύναμη, το ότι δε μπορεί ακόμα να προχωρήσει στο πλήγμα το μηδενικό, είναι κάτι το οποίο θα συνεχίσει να της προσθέτει αντιφάσεις, να της προσθέτει αδιέξοδα, να της προσθέτει αναπροσαρμογές. Το μεγάλο πρόβλημα που έχει η αμερικάνικη υπερδύναμη αυτό είναι και η προσπάθειά της να το διαχειριστεί της βγάζει όλα αυτά τα προβλήματα. Ποιο δηλαδή; Ότι, ενώ η κατάσταση βοά ότι χρειάζεται ένα χτύπημα από τη μία πλευρά στην άλλη στο «κατακέφαλο», αυτό το πλήγμα δε μπορεί να δοθεί. Γιατί δε μπορεί να δοθεί; Γιατί προφανώς δεν είναι έτοιμη η αμερικάνικη υπερδύναμη να το κάνει. Κι αν θέλετε, είναι ένα βασικό σημείο κριτικής που κάνουνε τα διάφορα κέντρα στον Ομπάμα, ο οποίος (δεν ξέρουμε αν το ’θελε ή δεν το ’θελε, μάλλον το ’θελε) ανέβαζε, ανέβαζε, την ένταση, ανέβαζε, ανέβαζε, την αντιπαράθεση με τη Ρωσία, τα ’φτασε τα πράγματα στο «παρα-τσάκ» και εκεί φάνηκε ότι δεν ήτανε αποφασισμένος ούτε είχε το σχέδιο ούτε είχε τις δυνατότητες να προχωρήσει σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Και, καταλαβαίνετε, όταν πάει, πάει, πάει για την κορύφωση το πράγμα και δεν είναι έτοιμος αυτός που οδηγεί τα πράγματα εκεί να την προχωρήσει και να την κάνει, τότε, αντί να τον αδυνατίζει τον αντίπαλο, μπορεί και να τον ισχυροποιεί. Δηλαδή, αυτό που λέμε καμιά φορά, πώς ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό, μπορεί και να ισχύει και στην περίπτωση αυτή. Και όντως, όλη αυτή η πίεση (Ουκρανία, Κριμαία, Συρία κ.λπ.), αντί τελικά να φέρει τα αποτελέσματα που επεδίωκε η περικύκλωση, μαζί με την αντιπυραυλική ασπίδα, καταλαβαίνετε ότι έχει φέρει, κατά κάποιο τρόπο, αντίθετα αποτελέσματα.

Και αυτή είναι και η βασική κριτική απέναντι στον Ομπάμα. Βασική κριτική απέναντι στον Ομπάμα δεν είναι ότι ήτανε πολύ σκληρός και ο Τραμπ θα είναι μαλακός. Ίσα-ίσα. Ο Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σκληρός σ’ αυτό το επίπεδο απέναντι στη Ρωσία και απέναντι σ’ όλο τον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι ο Ομπάμα χρεώθηκε το ότι βάδισε σε μια κατεύθυνση, ας πούμε χτυπήματος, βάδισε σε μια κατεύθυνση να απομονώσει τη Ρωσία, βάδισε σε μια κατεύθυνση να σπάσει όποια προσπάθεια συμμαχίας Ρωσίας-Κίνας. Και με το Ιράν, επίσης, έφτιαξε τη συμφωνία για το Ιράν και τελικά και η συμφωνία για το Ιράν, απ’ ό,τι φαίνεται, ότι δεν καλαρέσει σε διάφορα κέντρα. Ο ρόλος του Ισραήλ περιορίστηκε· πάλι, φαίνεται, δεν αρέσει σε πολλούς. Η Τουρκία προσπαθήθηκε να κρατηθεί έξω από το παιχνίδι· πάλι αυτό δεν ικανοποιεί διάφορα κέντρα. Κι έτσι, λοιπόν, τίθενται πολλά πράγματα από την παγκόσμια σκακιέρα σε καινούρια συζήτηση. Και φυσικά, μέσα και το ενεργειακό, μέσα και το ένα, μέσα και το άλλο.

Εδώ ακούγεται για την Κίνα ότι το σχέδιο του Τραμπ είναι να δει τι θα κάνει μ’ αυτήν την πρώτη ύλη η οποία τροφοδοτεί όλη αυτή την παγκόσμια βιομηχανία με τα κινητά, με τα κομπιούτερ, με την πληροφορική και με την τεχνολογία. Αυτές οι λεγόμενες σπάνιες γαίες, οι οποίες δεν υπάρχουν στην Αμερική. Και υπάρχουνε πού; Υπάρχουν στην Κίνα. Και αυτές οι σπάνιες γαίες είναι, αν θέλετε, και το πλεονέκτημα. Δεν είναι μόνο τα φτηνά χέρια της Κίνας τα οποία είναι πλεονέκτημα, είναι και αυτά τα ορυκτά, τα οποία έχουν εκείνες οι περιοχές στις οποίες η αμερικάνικη υπερδύναμη έκανε τους λογαριασμούς της (και όχι μόνο, και όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις) ότι «θα πάμε εκεί, για να μην έχουμε τη διαδικασία αυτή να μεταφέρονται όλα στη μητρόπολη, όπως παλιά, και να στήνεται εκεί πέρα η βιομηχανία», «θα πάμε εκεί», «φτηνά χέρια» κ.λπ. κ.λπ. Φάνηκε, όμως, ότι και αυτή η επιλογή, η οποία βαφτίστηκε «παγκοσμιοποίηση», είναι μια κλασική ιμπεριαλιστική πολιτική και αυτή τίθεται σε δοκιμασία, τίθεται σε συζήτηση.

Και για να τελειώσω, θα έλεγα ότι ένα πράγμα το οποίο, βεβαίως, μας απασχολεί, είναι τι επίπτωση θα έχει η επιλογή Τραμπ στα της περιοχής και στα της χώρας. Καταρχάς, ένα σημείο μονάχα: η μεγαλοαστική τάξη της χώρας μας μάς έχει συνηθίσει στο να σκύβει απέναντι στον ισχυρό. Άρα, λοιπόν, χωρίς να υποτιμάω έναν προβληματισμό του πώς η αστική τάξη βλέπει την εκλογή Τραμπ και πώς δεν τη βλέπει, δεν πρέπει να τους υπερεκτιμά. Είναι ευθυγραμμισμένοι, με βάση τα χαρακτηριστικά του εξαρτημένου καθεστώτος, και δεν έχουν πολλά περιθώρια να πάνε κόντρα δεν ξέρω πού. Θα ευθυγραμμιστούν σιγά-σιγά και με την πολιτική Τραμπ, όσο χρειάζεται και όπου χρειάζεται.

Φυσικά, τώρα, βεβαίως, (είναι πιθανό) το ότι θα δημιουργηθούν προβλήματα στις σχέσεις τής εδώ αστικής τάξης με την Ευρώπη (ενδεχομένως να είναι με τη Γερμανία) ή ότι θα περιπλακούν (λες και τώρα δεν είναι μπλεγμένα, είναι ξεκάθαρα!) κάποια πράγματα στη σχέση μας με την Τουρκία ή ότι το Κυπριακό μπορεί και να βαλτώσει, με μιαν έννοια. Γιατί τώρα φαίνεται όλοι να είναι «φτιαγμένοι»: «πάμε για Κυπριακό, να δώσουμε τη λύση». Για να δούμε αν θα συνεχιστεί η μεγάλη αυτή αισιοδοξία. Γιατί, ακριβώς, η ελληνική πλευρά και η κυπριακή πλευρά, είπαν μάλλον ότι «εντάξει, αυτήν τη στιγμή την Τουρκία την έχουνε βάλει όρθια, με το ένα πόδι στη γωνία, για τιμωρία οι ιμπεριαλιστές, άρα μπορούμε στο Κυπριακό να πάρουμε κατιτίς περισσότερο». Και κάπως έτσι ξαμοληθήκανε οι Κύπριοι, οι δικοί τους, οι Έλληνες δηλαδή, και εδώ οι δικοί μας κάνανε το παπί ‘’εντάξει, να μη μπλέξουμε και χαλάσουμε την ιστορία. Δηλαδή, είναι σαφές, ότι αυτή η εξέλιξη που νόμιζαν εδώ οι «δικοί μας» ότι θα προχωρήσει και η Τουρκία -ζορισμένη, στριμωγμένη από τα δικά της τα μέτωπα- δε θα βάλει στο Κυπριακό κάτι σοβαρό, είναι αστεία πράγματα. Η Τουρκία έτσι κι αλλιώς θα ’βαζε ποδάρι στο Κυπριακό, έτσι κι αλλιώς θα ’βαζε βέτο, η Τουρκία, κανένας δεν είπε από όλους αυτούς που συζητάνε τόσο καιρό, ότι είναι διατεθειμένη να μαζέψει τα όπλα της και να φύγει από την Κύπρο. Κανένας δεν το ’πε. Πουθενά δεν έχει φανεί. Συζητάνε για διάφορα θέματα, αλλά αυτό το θέμα δεν το αγγίζει κανένας. Και πολύ περισσότερο τώρα, βεβαίως, όπου ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι θα ακολουθήσει απέναντι στην Τουρκία μια διαφορετική πολιτική (θα δούμε αν θα καταφέρει να το πετύχει αυτό) και ακούγονται διάφορα.

Το σίγουρο είναι, λοιπόν, ότι θα περιπλακούν κάποια πράγματα. Το κυπριακό ενδεχομένως να γνωρίσει καινούριες ταλαντεύσεις και καθυστερήσεις. Όμως, ακούσατε τη συνέντευξη αυτού του ανερμάτιστου, του Καμμένου. Ο οποίος, βεβαίως, είναι αμετροεπής, ξεπερνάει κάθε φορά τα εσκαμμένα γιατί μόνο έτσι φαντάζεται ότι μπορεί να επιβιώσει σε μια κυβέρνηση, αλλά πολλές φορές έχει φανεί ότι κάνει και το «λαγό». Και βγήκε τώρα και τι είπε εν ολίγοις; Έκανε πρόβλεψη (που ανάθεμα αν στέκει) ότι η Ρωσία με την Αμερική θα τα «ψιλοσυμφωνήσουν» στη Συρία και θα κάνουν από κοινού επέμβαση. (Δεν καταλάβαμε τι επέμβαση θα είναι. Δηλαδή, αυτό που γίνεται τώρα δεν είναι επέμβαση; Είναι περίπατος;)

Θα γίνει, λοιπόν, επέμβαση στην οποία, άραγε, θα συμμετέχει η Τουρκία; (Λέω με βάση το πώς ερμηνεύει ο Καμμένος τον Τραμπ.) Ας πούμε, λοιπόν, ότι καταφέρνουν να βάλουν και την Τουρκία μέσα. (Δεν ξέρω αν θέλουν να τη βάλουν, λένε ότι θα τη βάλουν την Τουρκία.) Προσέξτε τώρα το πλέγμα: Προϋπόθεση πρώτη: η Ρωσία να συμφωνήσει με την Αμερική. Δεύτερον, να εμπλακεί στην επέμβαση και η Τουρκία. Και... με τον Άσαντ; Τι ακριβώς θα γίνει με τον Άσαντ; Δηλαδή με τον Άσαντ θα πούμε «και ο Άσαντ, παιδιά, μέσα στη δύναμη που θα επιτεθεί ενάντια στον ISIS»;

Εδώ τώρα είναι για να γελάς. Με ποια έννοια: δηλαδή, ο ISIS πια είναι τέτοια δύναμη που για να μπορέσεις να τον χτυπήσεις πρέπει να συστρατευθεί Αμερική, Ρωσία, Τουρκία και δεν ξέρω εγώ ποιον άλλον να φέρουμε; Ούτε και οι... εξωγήινοι να ήταν οISIS και να έκαναν εισβολή στον πλανήτη δεν θα χρειαζόταν μια τέτοια πανστρατιά χολιγουντιανή για να πάνε να τους αντιμετωπίσουν.

Προφανώς, το πρόβλημα δεν είναι ο ISIS. Γιατί, άντε και τον ISIS τον φάγαμε. Με τον Άσαντ τι θα κάνουμε; Θα τον κρατήσουμε τον Άσαντ ή θα τον διώξουμε τον Άσαντ; Αυτά όλα δεν είναι εύκολο να συμφωνηθούν. Ωστόσο, ο Καμμένος τι είπε; Είπε (για να δείξει την προθυμία) εντάξει, «no problem». Αν αποφασίσουν αυτοί να πάνε να κάνουνε «ντου» στη Συρία, εμείς -πέραν του ότι θα χαρούμε πάρα πολύ γιατί επιτέλους (τρίχες!) θα χτυπηθεί ο ISIS και θα πέσει ηρεμία στη Συρία και δεν θα έχουμε πρόσφυγες- βεβαίως δεν θα πάμε να πολεμήσουμε, αλλά οπωσδήποτε η χώρα στη διάθεσή τους. Δηλαδή, βγήκε ο «λαγός» και είπε «κοιτάξτε να δείτε, εντάξει, μπορεί να ήμασταν με τη Χίλαρι, μπορεί να θέλαμε να βγει η Χίλαρι, μπορεί και μια βδομάδα πριν να βγήκαμε και να το είπαμε κιόλας ότι εμείς θέλουμε τη Χίλαρι, αλλά -εν πάση περιπτώσει- τώρα, μην τρελαίνεστε κιόλας, έτοιμοι είμαστε να προσαρμοστούμε και να ακολουθήσουμε τα καινούρια δεδομένα και τα καινούρια πλανητικά σχέδια».

Το ταξίδι του Ομπάμα απ’ ό,τι φαίνεται δεν έχει δώσει και πολλά. Παρά τα όσα λέγανε, απ’ ό,τι φαίνεται δεν περίμεναν και πολλά. Γι’ αυτό κι ο άλλος από τη νύστα δεν κρατιόταν! Γιατί τι να πει; Κι εμένα άμα με βάλεις τώρα να κάνω μια συνάντηση με κάποιον και δεν περιμένω τίποτα από δαύτον, θα κοιμάμαι, θα νυστάζω, θα ξύνομαι, θα τρώγομαι!... Κι έτσι, λοιπόν, αυτή η έλευση Ομπάμα εδώ ήταν μια αλλιώς προγραμματισμένη κίνηση. Να είναι «συνέχεια», δηλαδή. Ίσως μετά την ήττα να είχε και το στόχο να βάλει κάποια όρια, κάποια δεδομένα στον Τραμπ. Μπορώ να δω κι έναν τέτοιο χαρακτήρα. Εμένα, πάντως, μου φάνηκε ότι, πέρα από ένα κήρυγμα που έκανε, δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή (και δεν θέλουν κιόλας) οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές να δώσουν μια τέτοια λύση για το χρέος όπως τη λέει ο Τσίπρας.

Έτσι, λοιπόν, αυτή τη στιγμή όλα προαλείφονται σε μια βάση έντασης των κινδύνων, έντασης της επίθεσης. Και αυτό το οποίο μένει είναι η, μια ακόμα, μεγάλη υπηρεσία που έχει δώσει αυτή η «Αριστερά» στις δυνάμεις της αντίδρασης, του συστήματος και του ιμπεριαλισμού. Δεν λέω ότι πριν τον Τσίπρα τα αντιαμερικάνικα και αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα του λαού μας ήταν στα καλύτερά τους. Εδώ στην Ελλάδα επιχειρείται δεκαετίες, και από την πλευρά του συστήματος και από την πλευρά της Αριστεράς, να υποβαθμιστεί το αντιιμπεριαλιστικό αίσθημα. Προσέξτε, για να μη δημιουργήσουμε και καμιά παρεξήγηση: όχι να υποβαθμιστεί το αντιιμπεριαλιστικό αίσθημα για να ανέβει το αντικαπιταλιστικό. Μην τρελαθούμε κιόλας! Δεν είναι το σύστημα παλαβό να σου λέει «εντάξει, εγώ να περιορίσω το αντιιμπεριαλιστικό, αλλά το αντικαπιταλιστικό θα το ευνοήσω». Μα πώς είναι δυνατόν; Εκτός αν το ευνοεί με βάση το ότι κάνει επίθεση και κάποια στιγμή θα πάρει την απάντησή της. Ναι, εντάξει, έτσι μπορείς να πεις ότι το ευνοεί. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, η ουσία είναι ότι οι προσπάθειες αυτές που έκανε επί δεκαετίες το σύστημα είχαν αποτελέσματα.

Και το ΚΚΕ απ’ την πλευρά του κι από τη δική του μεριά, αλλά και όλοι αυτοί οι Συνασπισμένοι οι οποίοι την εποχή του ’99 (να τα θυμόμαστε!) είχαν πάει και είχαν κλειστεί κάπου εκεί στην Κλαυθμώνος κι έκαναν κάτι χάπενινγκ κι έκαναν θεατρική παράσταση και ήταν -με άποψη- ενάντια σ’ αυτές τις «ακρότητες» και δεν είχαν πατήσει το ποδάρι τους.

Τώρα μη βλέπετε που οι αστοί δημοσιογράφοι τους λένε «στον Κλίντον ήσασταν στο δρόμο». Ποιος ήταν στο δρόμο; Ποιος τους είδε στο δρόμο αυτούς τους τύπους τότε; Για να μην υπερβάλλουμε και να μην τρελαινόμαστε! Ποιος τους είδε; Ήταν μαζεμένοι σε μια πλατεία κι έκαναν παραστάσεις. Αυτό ήταν ο Συνασπισμός!

Τώρα, όμως, που έγινε κυβέρνηση έχει προσφέρει μια μεγάλη υπηρεσία. Γιατί το να μαζευτούν στην Αθήνα 6, 7, 8 χιλιάδες διαδηλωτές είναι κάτι αρνητικό, άσχημο. Και δείχνει ακριβώς και το δρόμο που έχουμε μπροστά μας να βαδίσουμε, να διανύσουμε.

Ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε είναι ένας δρόμος στον οποίο πρέπει να προσπαθήσουμε πάρα πολύ και με επίμονο και συνεχή τρόπο για να μπορέσουμε μέσα στο λαό να ανεβάσουμε λίγο-λίγο τη διάθεσή του και την απόφασή του να το παλέψει και να μην αποδέχεται μοιρολατρικά όλα αυτά τα οποία του έρχονται.

Κι αυτός ο δρόμος δεν είναι κανείς σε θέση αυτή τη στιγμή να πει πότε θα καταλήξει θετικά. Το θέμα είναι ότι δεν υπάρχει άλλος. Ένας δρόμος ο οποίος θα επιδιώξει συνολικά να ευνοήσει μέσα στον κόσμο την αίσθηση της αναμέτρησης και να περιορίσει σταδιακά αυτήν την τάση της συνδιαλλαγής και της ηττοπάθειας και του ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, γιατί μας έχουν αφαιρέσει όλα τα όπλα». Είναι αλήθεια ότι ο λαός αυτήν την περίοδο είναι άοπλος. Φάνηκε και χθες. Ένας λαός ο οποίος, στην καλύτερη περίπτωση, να πει «άντε, εντάξει, καλά κάνουν και κατεβαίνουν στο δρόμο αυτοί». Αλλά ούτε κι αυτό λέχθηκε στο βαθμό που λεγόταν σε παλιές εποχές.

Άρα, λοιπόν, σύντροφοί μου, σ’ αυτή τη φάση βρισκόμαστε. Και όχι μόνο η Λαϊκή Αντίσταση, αλλά πιστεύω και κάθε αγωνιστής που παλεύει και προσπαθεί να συμβάλει, θα πρέπει να αντικρύσει την πραγματικότητα κατάφατσα. Όχι για να απογοητευτεί, αλλά για να μπορέσει να τη διαβάσει και να πάρει δύναμη μέσα από αυτή.


Ευχαριστώ!"